Συζητήθηκαν οι πρώτες 4 δικογραφίες εις βάρος επιτελούς του Κτηματολογίου

eperifereia logo

Παρόντων δικηγόρων, μηχανικών, τοπογράφων και δημοσίων υπαλλήλων της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου και της Πολεοδομίας Ρόδου στο Εφετείο Δωδεκανήσου, εξετάστηκαν χθες από το Πενταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του Εφετείου Δωδεκανήσου, οι 4 πρώτες πειθαρχικές δικογραφίες, σε βάρος υπαλλήλου, με αυξημένα καθήκοντα, στο Κτηματολόγιο Ρόδου.   
Ο υπάλληλος, που έτυχε της ένθερμης συμπαράστασης κυρίως των δικηγόρων του νησιού, παρουσιάστηκε ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, με τους νομικούς του συμπαραστάτες κ.κ. Κ. Σαρρή και Βασίλη Καβουριού, ενώ ως μάρτυρες υπεράσπισης του κατέθεσαν στην διαδικασία, ο δικηγόρος κ. Θ. Παπαγεωργίου και ο προϊστάμενος του αυτοτελούς γραφείου δημόσιας περιουσίας κ. Δ. Μπελντέκος.
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο, που συγκροτήθηκε με την συμμετοχή δύο Εφετών, Αντεισαγγελέα Εφετών και δύο αιρετών μελών, δημοσίων υπαλλήλων, εξέτασε συγκεκριμένα 4 πορίσματα, με τα οποία προτείνεται η οριστική παύση του δημοσίου υπαλλήλου.
Ουσιαστικά χθες εξετάστηκε αν θα πρέπει ο δημόσιος υπάλληλος να τεθεί σε προσωρινή αργία μέχρι την οριστική εξέταση των πειθαρχικών δικογραφιών που έχουν σχηματιστεί σε βάρος του.
Σημειώνεται ότι η πειθαρχική διαδικασία κινήθηκε ουσιαστικά με το από 3 Ιανουαρίου 2017 ερώτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την θέση του δημοσίου υπαλλήλου σε αργία, λόγω της άσκησης σε βάρος του 4 πειθαρχικών αγωγών. Κλήθηκε δε ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου την 11η Ιανουαρίου 2017.
Πιο συγκεκριμένα οι υποθέσεις που εξετάστηκαν έχουν συνοπτικώς ως εξής:
-Στα πλαίσια των ερευνών για την πολύκροτη υπόθεση του σκανδάλου της εκποίησης δημοσίων ακινήτων με την χρήση ανυπόστατων αποφάσεων εκποίησής τους, στα πλαίσια του Ν. 719/1977, είχαν αναζητηθεί αρμοδίως στα πλαίσια της δικαστικής έρευνας στοιχεία γύρω από υπόθεση με κατηγορούμενο έναν ιδιώτη, που απηλλάγη τελικώς από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (σε πρώτο βαθμό του είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης 8 ετών).
Ενώ ζητήθηκε αρμοδίως από τον τότε Ανακριτή, από τον ελεγχόμενο υπάλληλο του Κτηματολογίου να προσκομιστεί στα πλαίσια της δικαστικής έρευνας σχετική πράξη κτηματολογικού δικαστή, που εφέρετο να έχει εκδοθεί το έτος 1996, για την μεταγραφή της πλαστής απόφασης εκποίησης, η απάντηση, που είχε δοθεί ήταν ότι δεν είχε βρεθεί.

Τελικώς η συγκεκριμένη απόφαση φέρεται να βρέθηκε από τον Κτηματολογικό Δικαστή στο γραφείο του.
Ο ελεγχόμενος κατέστησε σαφές ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είχε οποιαδήποτε επιρροή στην έκβαση της δικαστικής έρευνας για το συγκεκριμένο σκέλος του σκανδάλου, που εξέτασε τελεσιδίκως τοπικά η δικαιοσύνη. Τόνισε επίσης ότι κάποια από τα πλαστά έγγραφα δεν βρέθηκαν στην υπηρεσία, προσθέτοντας ότι αυτό έγινε σε χρόνο πολύ προγενέστερο της ανάληψης της υπηρεσίας του, ως διευθυντής.
Αναφέρθηκε εξάλλου στον αγώνα που έδωσε ο ίδιος για την ανακάλυψη όλων των περιπτώσεων πλαστών παραχωρητηρίων, τα οποία είχαν ελεγχθεί από τον τότε αρμόδιο υπάλληλο κι από κτηματολογικό δικαστή και τον διευθυντή του Κτηματολογίου και σε κανένα από αυτούς δεν καταλογίστηκε καμία απολύτως ευθύνη. Τόνισε επίσης ότι δεν είχε γνώση για το που βρίσκεται η συγκεκριμένη πράξη κι αν ήθελε να ωφελήσει τον ιδιώτη θα την κατέστρεφε και δεν θα την διατηρούσε στο γραφείο του. Αμφισβήτησε εξάλλου αν πραγματικά βρισκόταν το επίμαχο έγγραφο στο γραφείο του.
– Το δεύτερο πόρισμα που εξετάστηκε και στο οποίο δόθηκε, σύμφωνα με τις πληροφορίες ιδιαίτερη έμφαση στην χθεσινή διαδικασία, αφορά το γεγονός ότι ο ελεγχόμενος δεν ανταποκρινόταν σε αιτήματα ΔΟΥ της χώρας για την παροχή στοιχείων γύρω από την ακίνητη περιουσία οφειλετών του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου εν συνεχεία να ακολουθήσει η διαδικασία κατασχέσεως αυτών.
Βρέθηκαν σύμφωνα με τις πληροφορίες εκατοντάδες αιτήματα ΔΟΥ όλης της χώρας τα οποία ήταν απρωτοκόλλητα και ορισμένα σε φακέλους, που ούτε καν είχαν ανοιχτεί και αφορούσαν τα έτη από το 2013 έως το 2015.
Μεταξύ άλλων διαπιστώθηκε ότι υπήρχε ακίνητο στ’ Αφάντου ιδιοκτησίας οφειλέτη στο οποίο όφειλε να εγγραφεί υποθήκη το οποίο στα κτηματολογικά βιβλία παρέμεινε ελεύθερο βαρών.
Ο ελεγχόμενος κατέστησε σαφές ότι τα αιτούμενα στοιχεία από τις ΔΟΥ δεν υπήρχε δυνατότητα να δοθούν, διότι στο Κτηματολόγιο της Ρόδου, δεν τηρούνται ονομαστικά ευρετήρια.
Επεσήμανε ότι κατ’ επανάληψη είχε ενημερώσει σχετικά τις ΔΟΥ, που συνέχιζαν να του στέλνουν ερωτήματα, ενώ επρόκειτο για μια πρακτική που ακολουθείτο πρίν αναλάβει ο ίδιος καθήκοντα.
Εξήγησε ότι η ίδια κατάσταση ισχύει και για τα ονομαστικά ευρετήρια Τήλου – Χάλκης τα οποία δεν είναι ενημερωμένα.
Επισημάνθηκε εξάλλου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε δόλος ή πρόθεση να «εξυπηρετήσει» ιδιώτες, που κινδυνεύουν με υποθήκη των ακινήτων τους καθώς σε καμία από τις 3 περιπτώσεις, που εξετάζονται πειθαρχικώς, δεν υπήρξε μεταβολή στην πραγματική κατάσταση των ακινήτων.
-Το τρίτο πόρισμα που εξετάστηκε αφορά το γεγονός ότι στο γραφείο του ελεγχόμενου επικρατούσε ακαταστασία και γενικώς ότι υπήρχαν επί σειράν ετών έγγραφα, κτηματολογικές πράξεις, συμβόλαια κι άλλα δημόσια έγγραφα, τα οποία δεν ήταν στη θέση τους, άλλα δεν είχαν πρωτοκολληθεί, με αποτέλεσμα ορισμένα να έχουν υποστεί φθορές και περαιτέρω να μην έχουν διεκπεραιωθεί υποθέσεις πολιτών.
Ο ελεγχόμενος τόνισε ότι το Κτηματολόγιο δεν διαθέτει φυλασσόμενα ερμάρια ή ασφαλείς χώρους για την φύλαξη εγγράφων και για τον λόγο αυτό διατηρούσε έγγραφα στο γραφείο του. Τόνισε ότι το πόρισμα δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα έγγραφα, ενώ εξήγησε ότι ο ίδιος είχε απόλυτη γνώση για το πού ευρίσκοντο τα έγγραφα στο γραφείο του, αρνούμενος ότι υπήρξαν έγγραφα που καταστράφηκαν ή απωλέσθηκαν.
-Το τέταρτο πόρισμα, που εξετάστηκε αφορά, την απασχόληση μηχανικού, χωρίς σύμβαση στο Κτηματολόγιο Ρόδου. Ο μηχανικός φέρεται να είχε χρηματικές συναλλαγές χωρίς να εκδίδει αποδείξεις, ενώ υποστηρίζεται ότι για αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων προβλέπεται η καταβολή τελών και συγκεκριμένα με την υποβολή αιτήσεως προς το Κτηματολόγιο Ρόδου μεγαρόσημο των 3 ευρώ και με την παραλαβή μεγαρόσημο 2 ευρώ, ενώ εκδίδεται και σχετική απόδειξη.
Υποστηρίζεται μάλιστα ότι από την πρακτική που ακολουθήθηκε επί 8ετία στο Κτηματολόγιο υφίσταται απώλεια δημοσίων εσόδων.
Ο ελεγχόμενος υπάλληλος τόνισε ότι η χορήγηση επικυρωμένων σχεδιαγραμμάτων ακινήτων, χορηγούνταν μόνο στους τιτλούχους ή για δικαστική χρήση και μόνο, ενώ δεν υπήρχε η δυνατότητα χορήγησης επικυρωμένων αντιγράφων για άλλη χρήση.
Εξήγησε ότι για να υπάρχει ορθή αποτύπωση των μερίδων βρέθηκε ως λύση η παρουσία ενός μηχανικού, διορισμένου από το ΤΕΕ, με σύμβαση έργου που είχε συναφθεί με την Νομαρχία Δωδεκανήσου, ο οποίος θα χορηγούσε ανεπικύρωτα αντίγραφα σχεδιαγραμμάτων σε ψηφιακή μορφή μετά από σάρωση, τα οποία μπορούσαν να εξυπηρετήσουν μόνο τις ανάγκες αποτύπωσης.
Τόνισε μάλιστα ότι μετά από παρέμβαση του ΤΕΕ και του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τον τρόπο που λειτουργούσε η υπηρεσία θα συνεχίσει να λειτουργεί.
Ο κ. Μπελντέκος στην κατάθεση του ως μάρτυρας υπεράσπισης τόνισε ότι ο συγκεκριμένος δημόσιος υπάλληλος είναι ενάρετος και αφοσιωμένος στα καθήκοντά του, περιγράφοντας τον μάλιστα ως «τον Βέγγο της δημόσιας διοίκησης» διότι συνεχώς εργάζεται για την εξυπηρέτηση του Κτηματολογίου.
Ο κ. Παπαγεωργίου από την άλλη στην κατάθεση του χαρακτήρισε νομικά αβάσιμη την πειθαρχική δίωξη του υπαλλήλου, προσθέτοντας ότι από την όλη υπόθεση αναδεικνύονται ταυτόχρονα και παράλληλα μείζονος και ευρύτερης σημασίας ζητήματα, καθόσον αφορούν μεν ως κρίσιμα παρεμπίπτοντα ζητήματα τη μη τεκμηρίωση της πειθαρχικής δίωξης, αλλά ταυτόχρονα υπερβαίνουν κατά πολύ το προς εξέταση πειθαρχικό ζήτημα.
Τόνισε μεταξύ άλλων ότι είναι σαφές και απόλυτα δεκτό και από τη πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου (ενδεικτικά Α.Π. 257/1973 ) ότι κατά τις μέχρι σήμερα ειδικές ισχύουσες διατάξεις περί του Κτηματολογίου Ρόδου Προϊστάμενος του Κτηματολογίου Ρόδου είναι αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου Ρόδου.
Από τις παραπάνω μάλιστα διατάξεις δεν υπάρχει πρόβλεψη αναπλήρωσης του Προέδρου Πρωτοδικών Ρόδου σε περίπτωση απουσίας, κωλύματος ή έλλειψης αυτού. Τόνισε ότι τα καθήκοντα του Κτηματολογικού Δικαστή είναι σαφώς διοικητικά και μόνο και υποστήριξε ότι οι πράξεις του Κτηματολογικού Δικαστή δεν είναι δικαιοδοτικές και ουδέν δεδικασμένο ή ισχύ δικαστικής απόφασης παράγουν.
Υποστήριξε ακόμη ότι υφίσταται απόλυτη συνταγματική απαγόρευση της συμμετοχής Δικαστών σε διοικητικά όργανα και η άσκηση από αυτούς διοικητικών καθηκόντων.
Τόνισε επίσης ότι η Πολιτεία παραμέλησε προκλητικά την ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης και μηχανοργάνωσης του Κτηματολογίου Ρόδου, αν και δαπάνησε κατά καιρούς σοβαρά ποσά χωρίς αντίκρισμα.

Πρωτοβουλίες για στήριξη υπαλλήλου του Κτηματολογίου, που διώκεται

15 Ιανουαρίου 2017

Advertisements